Η ιστορία της Ύδρας από τις αρχές του 19ου αιώνα, συνοπτικά γραμμένη
Στα τέλη του 18ου αιώνα και αρχές του 19ου αιώνα, η Ύδρα εξελίσσεται σε μεγάλη ναυτική δύναμη με εμπορικό στόλο 150 πλοίων. Οι νέες δυνατότητες που έδωσε στην ελληνική εμπορική ναυτιλία η Ρωσοτουρκική συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί (1774), μαζί με την εύνοια της Οθωμανικής Πύλης, σε ανταποδοτικότητα της ναυτικής εμπειρίας των Υδραίων που υπηρετούσαν στον τουρκικό στόλο, έδωσαν μεγάλα πλούτη στο νησί.
Ταυτόχρονα όμως δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος, ώστε να εμφανισθούν έντονες αντιθέσεις μεταξύ των Υδραίων, αναρχία, αρπαγές και δολοφονίες, με τους Προεστούς να αδυνατούν να τηρήσουν την τάξη. Επιστέγασμα όλων αυτών υπήρξε η δολοφονία του πατέρα του Λάζαρου Κουντουριώτη, που είχε σαν αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί το μεγαλύτερο μέρος του λαού της Ύδρας, που μαζί με τους Προεστούς ζητούσαν από την Πύλη, να στείλει στην Ύδρα εντεταλμένο Διοικητή, υπεύθυνο για να επιβάλει την δημόσια τάξη.
Τότε ο Καπουδάν Πασάς Κιουτσούκ Χουσεϊν, Αρχικυβερνήτης της Τουρκικής Ναυαρχίδας, τοποθετεί στην Ύδρα στις 29 Δεκεμβρίου 1802 τον ευνοούμενό του, Υδραίο Πλοίαρχο του Τουρκικού στόλου Γεώργιο Δήμα Βούλγαρη, τον οποίο ονόμασε Μιτάς Κοτσάμπαση (Διοικητή της Ύδρας) και Ναζίρη (Επιτηρητή) του Πόρου και των Σπετσών, για κάποιο χρονικό διάστημα. Μαζί με τον Βούλγαρη διόρισε Ζαμπίτη (Αστυνόμο) κάποιον Τούρκο Χασάν Τσαούση, με σκοπό να επιβάλουν την διασαλεμένη τάξη.
Την 1η Ιανουαρίου 1803 ο Βούλγαρης εξέλεξε δέκα προεστώτες για συμβούλους συνεργάτες του και ταυτόχρονα συνέστησε πολιτοφυλακή. Με την αποστολή αυτή αφ' ενός το νησί εξασφάλισε την αυτοδιοίκηση του και από την άλλη ο Γεώργιος Βούλγαρης, ο "Μπέης" όπως τον αποκαλούσαν οι Υδραίοι, με τη συνετή διοίκηση του κατάφερε να αναγάγει το νησί σε πρότυπο ευνοούμενου τόπου και ο ίδιος να αναδειχθεί σε μία σπουδαία προσωπικότητα για τον τόπο.
Ο Γεώργιος Βούλγαρης αποδείχθηκε μία πολιτική ιδιοφυΐα, συγκεντρώνοντας πολλές αρετές, μετριοπαθής και συναινετικός, κατόρθωσε να επιβληθεί στον Αργοσαρωνικό από την Αίγινα μέχρι τις Σπέτσες. Η δεκαετία της διοίκησης της Ύδρας από τον Βούλγαρη πρέπει να χαρακτηριστεί σαν "Χρυσή" για την Ύδρα, γιατί τότε επεκράτησε ησυχία και συσσωρεύτηκαν στην Ύδρα μεγάλα πλούτη.
Η περίοδος της οικονομικής ευρωστίας, η σχετικά καταστολή της πειρατείας και η εσωτερική ησυχία που ακολούθησε τους χρόνους διακυβέρνησης του Γεωργίου Βούλγαρη, έδωσαν την ευκαιρία στους Υδραίους να οργανώσουν την κοινωνία τους όπως αυτοί ήθελαν, ενώ οι συνεχείς μάχες που αναγκάζονταν να δίνουν τα Υδραϊκά πληρώματα με τους πειρατές, που τότε λυμαίνονταν απ' άκρο σε άκρο την Μεσόγειο, τους μετέτρεψαν με τον καιρό από ασήμαντους γεωργούς και ποιμένες, σε τολμηρούς εμπειροπόλεμους ναυτικούς.
Τη σημαντική θέση που κατείχε η Ύδρα εκείνη την εποχή στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο, την αποδεικνύει ακόμη και η ύπαρξη τόσων Προξενείων στην Ύδρα, που φανερώνει ότι όλες οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής αυτής, είχαν συμφέροντα από την Ύδρα.
Η Ρωσία είχε στην Ύδρα από το 1803 έως το 1806 πρόξενο τον Αναστάσιο Λαζ. Κοκκίνη με γραμματέα τον Δημ. Κοντολέοντα. Το 1806 αναλαμβάνει πρόξενος ο Γρηγ. Σκαρδαμίτσης με γραμματέα τον Ιερώνυμο Σκορδαλιό. Το 1821 προξενικός πράκτορας της Ρωσίας ήταν ο Ιωάννης Κλάδος.
Πρόξενος της Ιονίου Πολιτείας, όταν η Επτάνησος βρισκόταν υπό Ρωσική Κατοχή, ήταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης. Πρόξενος της Γαλλίας ήταν ο Ελευθέριος Γκίκας. Πρόξενος της Αυστρίας ήταν ο Θεόδωρος Εμμ. Σέρρος από το 1807 μέχρι και το 1823. Τέλος πρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας από το 1818 ήταν κάποιος Βιτάλης.
Την εποχή αυτή, η Ύδρα χρησιμοποιήθηκε ως Ναυτικός σταθμός, με αποτέλεσμα να πρωτοστατήσει στο θαλάσσιο εμπόριο και στις επικοινωνίες, ως επακόλουθο των προνομίων για ελεύθερη ναυσιπλοΐα με την κάλυψη της Ρωσικής σημαίας.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την εποχή αυτή το νησί, ελέγχοντας το θαλάσσιο εμπόριο, να γνωρίσει τη μεγαλύτερη δύναμή του και κατ' επέκταση την οικονομική και πνευματική άνθησή του. Οι Υδραίοι σταδιακά έγιναν κύριοι των θαλάσσιων δρόμων της Μεσογείου και η Ύδρα αναδείχτηκε σε πρώτη ναυτική δύναμη ανάμεσα στα ελληνικά νησιά.
Επιλέον την περίοδο αυτή οι Υδραίοι εκμεταλλεύτηκαν την Άγγλο-Γαλλική διαμάχη και αποκόμισαν τεράστια κέρδη, διασπώντας τον αποκλεισμό που είχε επιβάλλει η Αγγλία στα λιμάνια της Γαλλικής επικράτειας, κατά την διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων.
Η Επανάσταση βρίσκει την Ύδρα κάτοχο αμύθητου πλούτου από χρυσά νομίσματα της εποχής, αποτέλεσμα κυρίως της επιτυχημένης εμπλοκής της στο εμπόριο σίτου κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, αν και το εμπόριο παρουσίασε μετά το 1810 μία μικρή κάμψη. Γίνεται συνεπώς πλήρως κατανοητό, γιατί η στιγμή της έναρξης του αγώνα στα 1821 βρήκε το μικρό και μέχρι πρότινος ασήμαντο αυτό νησί του Αργοσαρωνικού, να αριθμεί περί τους 27.000 κατοίκους.
Σημαντική ήταν η βοήθειά της Ύδρας στον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα του 1821. Η Επανάσταση βρίσκει την Ύδρα κάτοχο αμύθητου πλούτου από χρυσά νομίσματα της εποχής, αποτέλεσμα κυρίως της επιτυχημένης εμπλοκής της στο εμπόριο σίτου κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους.
Ο στόλος της αριθμούσε 186 μικρά και μεγάλα πλοία συνολικής χωρητικότητας 27.736 τόνων, δηλαδή ήταν διπλάσιος από αυτόν των Σπετσών που διέθεταν ως δύναμη 64 πλοία συνολικά 15.907 τόνων, ενώ τα Ψαρά διέθεταν 35 - 40 πλοία και η Κάσος 15. Παράλληλα τα πληρώματα είχαν αποκτήσει μεγάλη πολεμική εμπειρία λόγω των συγκρούσεων με πειρατές της Αλγερίας και έτσι δίκαια ο Ιμπραήμ αποκάλεσε την Ύδρα "Μικρή Αγγλία".
Από το 1820 οι προεστοί της Ύδρας είχαν μυηθεί από τη Φιλική Εταιρεία για την επερχόμενη Επανάσταση. Σε συνάντηση μελών της Φιλικής Εταιρείας με τον Παπαφλέσσα κατά τα τέλη του 1820 στην Ύδρα, διαπιστώθηκε η ύπαρξη δύο τάσεων στις τάξεις των ντόπιων Φιλικών. Από τη μια πλευρά υπήρχε η παράταξη εκείνων των Φιλικών με κύριους εκφραστές τον Αντώνη Οικονόμου, τον Θ. Γκίκα κ.α. που δήλωναν έτοιμοι για την εξέγερση και από την άλλη πλευρά η συντηρητική παράταξη των ισχυρών προεστών του νησιού (Κουντουριώτηδες κ.α.) που αντιμετώπιζαν με καχυποψία τις ενθουσιώδεις διακηρύξεις του Παπαφλέσσα και προβληματίζονταν από την ισχύ του Οθωμανικού στόλου.
Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, την 24 Μαρτίου 1821, οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες ενημερώθηκαν με επιστολή από τους προύχοντες της Πελοποννήσου, ότι η Επανάσταση άρχισε ενωρίτερα γιατί το μυστικό είχε προδοθεί από "τουρκολάτρες" και ζητούν τη βοήθειά τους για ναυτικό αποκλεισμό του εχθρού.
Οι Σπετσιώτες ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης την 26 Μαρτίου, αλλά οι Υδραίοι φάνηκαν διστακτικοί στο να εξεγερθούν ταυτόχρονα με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, ενθυμούμενοι τις καταστροφές που είχαν πάθει κατά την προηγούμενη αποτυχημένη εξέγερση του 1770 και λαμβάνοντας υπόψη τη στρατιωτική υπεροχή του εχθρού. Τελικά κήρυξαν την επανάσταση στις 14 Απριλίου 1821, από τον Πλοίαρχο Αντώνιο Οικονόμου και το Λαό που έκαμψαν τις επιφυλάξεις των προκρίτων.
Σύμφωνα με τον Αντώνιο Λιγνό που εξέδωσε το ιστορικό αρχείο της Ύδρας, ο λαός της Ύδρας επαναστάτησε την Κυριακή 27 Μαρτίου και καθαίρεσε τον εκπρόσωπο της Οθωμανικής εξουσίας Νικόλαο Κοκοβίλα, με τον Αντώνιο Οικονόμου να αναλαμβάνει την επαναστατική διοίκηση. Την 31 Μαρτίου οι πρόκριτοι αναγνώρισαν τον Οικονόμο και του έδωσαν την εξουσία να κινητοποιήσει τις απαιτούμενες ναυτικές και πεζές δυνάμεις. Την 14η Απριλίου οι προεστοί τύπωσαν ειδικό συνοδευτικό έγγραφο για τα πλοία που απέπλεαν από το νησί για καταδρομικές επιχειρήσεις, ενώ την 15 Απριλίου, αφού έγιναν οι απαραίτητες προετοιμασίες, κηρύχθηκε επισήμως η Επανάσταση από όλους.
Το έντυπο αυτό, στην ελληνική και ιταλική, αποτελούσε και γραπτή επαναστατική διακήρυξη που έφερε τον τίτλο "Διαβατήριον των Ελληνικών Μαχομένων Πλοίων". Είχε κενό το όνομα του καπετάνιου, του πλοίου, τον αριθμό των κανονιών και την ημερομηνία, τα οποία συμπληρώνονταν κατά περίπτωση. Ένα τέτοιο έγγραφο εκδοθέν για τον Γιακουμάκη Τομπάζη δημοσίευσε ο Ομηρίδης Σκυλίτσης:
"ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ, το Ελληνικόν Έθνος βεβαρυμένον πλέον να στενάζη υπό τον σκληρόν ζυγόν υπό τον οποίον τέσσαρας περίπου αιώνας καταθλίβεται επονειδίστως, τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν εις τα όπλα δια να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσσους τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθίσας εις αυτό. ...
Ημείς οι προύχοντες, οι συγκροτούντες την διοίκησιν της Νήσου ταύτης επιτρέπομεν εις τον Καπετάνιον Γιακουμάκην Τουμπάζην του πλοίου Θεμιστοκλής, το οποίον έχει κανόνια δεκαέξ και άλλα πολεμικά όπλα υπό την Ελληνικήν σημαίαν να υπάγη μετά του πλοίου τούτου, όπου ήθελε κρίνει ωφέλιμον και αναγκαίον εις τον κοινόν αγώνα, και να ενεργή κατά των Οθωμανικών δυνάμεων δια ξηράς τε και θαλάσσης πάν ό,τι συγχωρείται εις νόμιμον πόλεμον, έως ού η ελευθερία και ανεξαρτησία του Ελληνικού Γένους να αποκατασταθή με στερέωσιν ... 16 Απριλίου 1821".
Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα Ύδραίικα πληρώματα αποκαλούνταν "Σουλουτζαλήδες", ενώ τα πληρώματα των Σπετσιώτικων που αποκαλούνταν "Τζαμουτζαλήδες". Και τα Ύδραίικα πληρώματα και τα Σπετσιώτικα ήταν λίαν περιζήτητα ακόμη και από τους Οθωμανούς στολάρχους, όπως και από τον Καρά-Αλή. Όμως γενικά οι Υδραίοι, όπως και άλλοι νησιώτες, ναυτολογούνταν με τη βία στον οθωμανικό στόλο.
Ο Τσαμαδός αναφέρει περιστατικό κατά τον Σεπτέμβριο του 1822, όπου όταν τουρκική ναυαρχίδα είχε προσαράξει σε νησίδα της Αργολίδας, υδραίοι ναύτες που υπηρετούσαν σ' αυτή με τη βία, κατάφεραν να ξεκολλήσουν το πλοίο και ως ανταμοιβή τους, αφέθηκαν ελεύθεροι.
Η Ύδρα, μαζί με τις Σπέτσες και τα Ψαρά, έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, διαθέτοντας τον εμπορικό και πολεμικό τους στόλο, αγωνιστές και χρήματα, στην υπηρεσία του Αγώνα της Επανάστασης.
Υδραίοι όπως ο Ναύαρχος του τρινήσιου στόλου Ανδρέας Μιαούλης, ο Πλοίαρχος Αντώνιος Οικονόμου, οι ναυμάχοι Ιάκωβος και Μανώλης Τομπάζης, ο Αναστάσιος Τσαμαδός, ο Γ. Σαχτούρης, ο Γ. Σαχίνης, ο Αντώνης Κριεζής, οι Βώκοι μαζί με τους πυρπολητές Ι. Ματρόζο, Ανδρέα Πιπίνο και Βατικιώτη, έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στην Επανάσταση του 1821.
Ο Υδραϊκός στόλος μαζί με το στόλο των Σπετσών και των Ψαρών, κυριάρχησε στη θάλασσα κατά τον επταετή αγώνα, συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στην απελευθέρωση της Ελλάδας, θυσιάζοντας παράλληλα ανθρώπινες ζωές, πλοία και χρήματα και αναδεικνύοντας ηγέτες και αγωνιστές.
Μετά την Απελευθέρωση αρχίζει μια μακρά περίοδος παρακμής για την Ύδρα, η οποία έχοντας συνεισφέρει πολλά χρήματα και το μεγαλύτερο μέρος του στόλου της στον αγώνα, περνάει μία περίοδο οικονομικής ύφεσης, για έναν περίπου αιώνα.
Η παρακμή της Ύδρας αρχίζει ταυτόχρονα με την παρουσία του Όθωνα στην Ελλάδα, παρόλο που η Ύδρα παρά το μικρό μέγεθός της και την εντεινόμενη οικονομική παρακμή της, έδωσε στην πολιτική ζωή της χώρας έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πέντε πρωθυπουργούς, πολλούς υπουργούς (ιδίως στο Υπουργείο Ναυτικών).
Ο Γεώργιος Κουντουριώτης (1782 - 1858), εκλέχτηκε Πρόεδρος του Εκτελεστικού κατά την Επανάσταση το 1824 και μέλος του Πανελληνίου Συμβουλίου του Καποδίστρια, ενώ στη συνέχεια διετέλεσε γερουσιαστής, σύμβουλος Επικρατείας και υπουργός Ναυτικών. Έλαβε μέρος στη Δ' Εθνοσυνέλευση και στην Εθνοσυνέλευση του 1843. Επί Όθωνα διορίστηκε το 1848, στη θέση του Πρωθυπουργού και Υπουργός Ναυτικών.
Ο Αντώνιος Κριεζής (1796 - 1865), διορίστηκε ως Μοίραρχος του Στόλου το 1828 από τον Καποδίστρια και επί Όθωνος προβιβάστηκε σε Αντιναύαρχο και ονομάστηκε Αυλάρχης. Το 1836 έγινε Υπουργός των Ναυτικών στην Κυβέρνηση Άρμανσπεργκ και στη συνέχεια επίσης Υπουργός των Ναυτικών στη Κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του 1841. Στις 12 Δεκεμβρίου 1849 διαδέχτηκε τον Κανάρη στην πρωθυπουργία της Ελλάδας, έως τις 16 Μαΐου 1854 και επί βασιλιά Γεωργίου Α΄ ονομάστηκε επίτιμος υπασπιστής, σύμβουλος επί Ναυτικών Θεμάτων και Υποναύαρχος.
Ο Δημήτριος Βούλγαρης (1802 - 1877), διετέλεσε 8 φορές πρωθυπουργός σε διάστημα μίας 20ετίας, για 6 χρόνια και 1 μήνα συνολικά. Το 1821 εξελέγη Πρόκριτος της Ύδρας, το 1825 εξελέγη Πληρεξούσιος στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και το 1829 Πληρεξούσιος στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους. Το 1832 διορίστηκε Υπουργός Ναυτικών, θέση από την οποία παραιτήθηκε μη δεχόμενος να υποβιβάσει τους αγωνιστές του 1821. Το 1837 εξελέγη Δήμαρχος Ύδρας παραμένοντας στον δημαρχιακό θώκο για έξι χρόνια. Το 1845 διορίστηκε Γερουσιαστής και δύο χρόνια αργότερα Υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη. Τα επόμενα χρόνια ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση Κανάρη (1848) από όπου όμως παραιτήθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 1855 ανέλαβε Πρωθυπουργός και Υπουργός Εσωτερικών, με την κυβέρνηση να παραιτείται δύο χρόνια αργότερα. Με την έξωση του Όθωνα, ο Βούλγαρης σχημάτισε την επαναστατική Κυβέρνηση του 1862, την οποία διοικούσε Επιτροπεία (Ρούφος, Κανάρης, Βούλγαρης) υπό την προεδρία του. Τον Φεβρουάριο του 1862, παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία, για να σχηματίσει πάλι Κυβέρνηση τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (1863). Το 1865 σχημάτισε βραχύβια Κυβέρνηση τριών ημερών και τον Ιανουάριο του 1866 διορίστηκε Πρωθυπουργός. Τον Ιανουάριο του 1868 κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση διάρκειας ενός έτους. Το 1871 κέρδισε τις εκλογές αναλαμβάνοντας για έβδομη φορά την πρωθυπουργία, ενώ τον Φεβρουάριο του 1874 ανέλαβε για τελευταία φορά την πρωθυπουργία.
Ο Αθανάσιος Μιαούλης (1815 - 1867), εκλέχτηκε Βουλευτής το 1855 και ανέλαβε Υπουργός των Ναυτικών επί Κυβερνήσεως του Δημητρίου Βούλγαρη. Μετά την παραίτηση του Δημητρίου Βούλγαρη, κλήθηκε από τον βασιλιά Όθωνα να τον αντικαταστήσει. Ακολούθως, σχημάτισε στις 13 Νοεμβρίου, κυβέρνηση, η οποία διατηρήθηκε με διάφορους ανασχηματισμούς μέχρι τον Μάιο του 1862. Το 1859 παραιτήθηκε και στις εκλογές του ίδιου έτους επανεξελέγη Πρωθυπουργός. Το 1860 παραιτήθηκε και επανεξελέγη το 1861 για να παραιτηθεί οριστικά το 1862.
Ο Πέτρος Βούλγαρης (1883 - 1957), στις 8 Απριλίου του 1945 αναλαμβάνει την πρωθυπουργία της χώρας, από τον Απρίλιο του 1945 μέχρι και τον Αύγουστο του 1945 επί έξι μήνες και εννέα ημέρες, προσπαθώντας να φέρει σε συνεννόηση τα πολιτικά κόμματα για εκλογές.
Τέλος, ο Παύλος Κουντουριώτης μετέπειτα πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, κατά το 1886, ως Υποπλοίαρχος, Κυβερνήτης των κανονιοφόρων Α και Β πραγματοποιεί την πρώτη του μεγάλη πολεμική Ναυτική επιτυχία. Ενώ ο Ελληνικός στρατός προελαύνει προς την Άρτα εκείνος εισβάλει στον κόλπο της Πρέβεζας για να παρακωλύσει την όποια αντίσταση. Τον Φεβρουάριο του 1897 ως Πλωτάρχης, Κυβερνήτης του ατμομυοδρόμου «Αλφειός» αποβίβασε το εκστρατευτικό σώμα του Συνταγματάρχη Τιμολέοντος Βάσσου στο Κολυμπάρι Χανίων και τον Απρίλιο του 1897 στη Σκάλα Λεπτοκαρυάς, κατά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Παύλος Κουντουριώτης (1855 - 1935) μετέπειτα πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, το 1908 έγινε υπασπιστής του βασιλιά Γεωργίου Α΄ και τον επόμενο χρόνο προάχθηκε σε Πλοίαρχο.
Τον Ιούνιο του 1911 και λόγω απειθαρχίας του πληρώματος του θωρηκτού «Αβέρωφ», τη θέση του Κυβερνήτη ανέλαβε ο τότε Πλοίαρχος Παύλος Κουντουριώτης. Με την έκρηξη των Βαλκανικών Πολέμων προάχθηκε σε Υποναύαρχο, ενώ στις 16 Απριλίου του 1912 έγινε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου 1912. Στη συνέχεια γίνεται Αρχηγός του Στόλου του Αιγαίου, κατά τους Βαλκανικούς πολέμους.
Ως Κυβερνήτης του θωρηκτού «Αβέρωφ», ο Υδραίος ήρωας των Βαλκανικών πολέμων, καταλαμβάνει τη Λήμνο, ενώ τις επόμενες ημέρες απελευθερώνει την Θάσο, την Ίμβρο, την Τένεδο, τα Ψαρά, τον Άγιο Ευστράτιο και τη Σαμοθράκη. Μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου είχε κατορθώσει να ελευθερώσει όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένης και της Χίου. Με το θωρηκτό «Αβέρωφ» συμμετείχε σε δύο ναυμαχίες, σε αυτή της Έλλης και σε αυτή της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913). Η ναυμαχία της Έλλης κερδήθηκε χάρη σε παράτολμο ελιγμό του Κουντουριώτη, ο οποίος θεωρήθηκε ασυλλόγιστος ηρωισμός. Οι επιτυχημένοι χειρισμοί του ανάγκασαν τον τουρκικό στόλο να αποσυρθεί στα Δαρδανέλλια και να περιοριστεί μέσα στον Ελλήσποντο.
Με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων προάχθηκε σε Αντιναύαρχο δια "εξαιρετικάς εν πολέμω υπηρεσίας" και ήταν ο πρώτος Έλληνας, μετά τον Κωνσταντίνο Κανάρη, που ελάμβανε αυτό τον βαθμό. Στη συνέχεια ανέλαβε το Υπουργείο Ναυτικών στις κυβερνήσεις Αλεξάνδρου Ζαΐμη και Στεφάνου Σκουλούδη. Διαφωνώντας με την πολιτική της ουδετερότητας της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε στην Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ως μέλος της Τριανδρίας (Δαγκλής-Βενιζέλος-Κουντουριώτης). Το 1917 ανέλαβε για ακόμη μια φορά το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Ναυτικών και την ίδια χρονιά αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του Ναυάρχου, τιμής ένεκεν.
Μετά τον θάνατο του Βασιλιά Αλέξανδρου, ανέλαβε καθήκοντα Αντιβασιλέως μέχρι τον Νοέμβριο του 1920 και ξανά μετά την αναχώρηση του Γεωργίου Β΄ από τη χώρα τον Δεκέμβριο του 1923, έως την ανακήρυξη της Δημοκρατίας τον Μάρτιο του 1924. Ως πρόσωπο μεγάλου κύρους και ευρείας αποδοχής εκλέχθηκε πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1926, όταν και παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος για τη Δικτατορία του στρατηγού Θεόδωρου Παγκάλου. Στις 4 Ιουνίου 1929 επανεκλέχθηκε στο αξίωμα του προέδρου από τη Βουλή και τη Γερουσία, αλλά παραιτήθηκε οριστικά αυτή τη φορά, τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, για λόγους υγείας.
Ένας άλλος ήρωας των Βαλκανικών πολέμων, ο Υποναύαρχος του Πολεμικού Ναυτικού Νικόλαος Βότσης (1877 - 1931), στη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου πέτυχε κάτι που θεωρούνταν ακατόρθωτο. Με τις πρώτες ναυτικές συμπλοκές στις 18 Οκτωβρίου του 1912, κυβερνώντας το Τορπιλοβόλο 11 εισήλθε στο οχυρωμένο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, χωρίς να γίνει αντιληπτός, όπου και εκτόξευσε τρεις τορπίλες κατά της τουρκικού θωρηκτού «Φετίχ Μπουλέντ» 2806 τόνων, με αποτέλεσμα οι δύο τορπίλες να ευστοχήσουν και το τουρκικό πολεμικό πλοίο να βυθιστεί, ενώ το Τορπιλοβόλο 11 του Ν. Βότση αποχώρησε χωρίς καμία απώλεια. Η πρωτοβουλία αυτή που ανέλαβε ο Ν. Βότσης πέτυχε χάρη στην ψύχραιμη εκτίμηση και τη γενναιότητα του καθώς δεν κινδύνευε μόνο να αναγνωρισθεί από τον εχθρό, αλλά κινδύνευσε και από το ναρκοπέδιο, το οποίο προσπέρασε, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Μετά από την επιτυχία του αυτή κυβέρνησε τα θωρηκτά Κιλκίς και Λήμνος και διετέλεσε Ύπατος Αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο 1921 - 1922. Προάχθηκε σε υποναύαρχο και αποστρατεύθηκε κατόπιν αιτήσεώς του το 1922.
Πολύ αργότερα ο Πέτρος Βούλγαρης (1883 - 1957), στις 8 Απριλίου του 1945 αναλαμβάνει την πρωθυπουργία της χώρας, από τον Απρίλιο του 1945 μέχρι και τον Αύγουστο του 1945 επί έξι μήνες και εννέα ημέρες, προσπαθώντας να φέρει σε συνεννόηση τα πολιτικά κόμματα για εκλογές.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, ορισμένοι από τους κατοίκους της Ύδρας έχουν επιδοθεί με την σπογγαλιεία, μερικοί με την αλιεία, άλλοι απασχολούνται στην ποντοπόρο ναυσιπλοΐα και ελάχιστοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία.
Την περίοδο αυτή η Ύδρα που πάντα ήταν στραμμένη προς τη θάλασσα, αρχίζει να γνωρίζει μία προσωρινή οικονομική ανάκαμψη με την σπογγαλιεία, στην οποία οι ατρόμητοι μπουρλοτιέρηδες της Επανάστασης γίνονται τώρα ριψοκίνδυνοι δύτες, που βουτάνε σε μυθικά βάθη χωρίς καθόλου εξοπλισμό ή με τα πρωτόγονα σκάφανδρα της εποχής εκείνης.
Όμως αυτή η οικονομική ανάκαμψη ήταν πρόσκαιρη και παρόλη την έντονη και κυρίαρχη παρουσία του Υδραίϊκου στοιχείου στα Ελληνικά πράγματα από τις αρχές του 20ου αιώνα, καθώς και το προνόμιο των Υδραίων να εκλέγουν τρεις βουλευτές, που φαίνεται ότι έμεινε ανεκμετάλλευτο, η παρακμή της Ύδρας μπαίνει σε στάδιο φθοράς και οι Υδραίοι σιγά σιγά εγκαταλείπουν την Ύδρα.
Έτσι όπως φαίνεται από τους αριθμούς οι 28.000 κάτοικοι της Ύδρας του 1828, γίνονται 6.500 κάτοικοι το 1910 και πολύ αργότερα 3.200 κάτοικοι το 1940.
Οι ευπορότεροι έρχονται στην Πρωτεύουσα και ασχολούνται με επιχειρήσεις, όπου και πετυχαίνουν. Οι περισσότεροι όμως από τους Ύδραίους εγκαθίστανται στον Πειραιά, γύρω από την Εκκλησία του Αγίου Νικολάου και δημιουργούν ολόκληρη συνοικία τα Υδραίϊκα, με αποτέλεσμα όταν ο Πειραιάς γίνεται Δήμος, ο πρώτος Δήμαρχος Κυριάκος Σερφιώτης, να είναι Υδραίος και όχι μόνο, γιατί οι Υδραίοι όπου και αν βρέθηκαν διακρίθηκαν.
Αν ξεκινήσουμε πέραν του Ατλαντικού θα συναντήσουμε τον Υδραίο εθνικό ήρωα της Αργεντινής Νικόλαο Κολμανιάτη, του οποίου τιμητική πλάκα που έφερε στην Ύδρα εκπαιδευτικό πλοίο του Ναυτικού της Αργεντινής το 1935, είναι εντοιχισμένη σε ειδικό μνημείο κάτω από τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων.
Υδραίος ήταν και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δωρόθεος Κοταράς, Υδραίοι και οι Μητροπολίτες Παρίσης και Πάτσης καθώς και οι σήμερον επιζώντες Επιφάνειος Καλαφάτης Παροναξίας και Προκόπιος Γεωργαντόπουλος Κρήνης και Καλαμαριάς.
Και στο ναό του πνεύματος στην Ακαδημία Αθηνών έστειλε η Ύδρα τα δικά της παιδιά τον Αντώνιο Λιγνό, τον Ιωάννη Χαραμή, τον Νικόλαο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Παναγιώτη Τέτση.
Στη δεκαετία του '30, η ζωή στην Ύδρα ήταν διαφορετική από εποχή σε εποχή λόγω της σπογγαλιείας του μοναδικού αξιόλογου οικονομικού παράγοντα του τόπου. Τα Κυριακάτικα πρωϊνά ήταν όμως τα ίδια σε όλες τις εποχές στην παραλία του νησιού μας, εκτός από την Κυριακή του Πάσχα, των Απόκρεω ή αν συνέπιπτε με την την 25η του Μάρτη ή άλλη γιορτή.
Την Κυριακή το πρωϊ όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά, μέχρι που θα απολούσε η Εκκλησία, εκτός από τα καφενεία που σερβίριζαν μόνο, αλλά δεν έδιναν χαρτιά ή τάβλι.
Κυρίαρχη μορφή της κίνησης του λιμανιού το Κυριακάτικο πρωινό αποτελούσε το Μοναστήρι, παρόλο ότι λειτουργούσαν συγχρόνως εννέα ενορίες. Τα μάτια όλων ήταν στραμμένα στο μεγάλο καμπαναριό, πότε θα κτυπήσουν οι καμπάνες για να αρχίσει η κίνηση. Τα έξι καφενεία που ήταν ανοιχτά από το πρωί ήταν του Νικ. Καλογιάννη (Κάτσικα Αν.), το περίφημο ουζάδικο του Γιάννη Τζιτζά (σήμερα Φαν. Σουρέλη), του Σπυρ. Μπίκου (Τάκη Σουρέλη), του Λεφτέρη Κοτομάτη και ύστερα Στυλ. Πέρκιζα, Αρ. Τσαγκάρη, του Μιχ. Κορού (Δ. Δρακόπουλου) με τον Τούρκικο ναργιλέ στις δόξες του και του Ανδρέα Μαστρογεωργίου (Λεφτέρη Πινότση). Επίσης άνοιγε και ο Μίμης Γιακαλής κατά τη χειμερινή εποχή.
Οι ψαράδικοι μπάγκοι αδειανοί και μια αράδα λούστροι στημένοι από το σημερινό εστιατόριο του Γ. Τηλιακού μέχρι το άγαλμα του Π. Κουντουριώτη. Ο μπάρμπα Σωτήρης Μηνάς, ο Μπάρμπα Αντρέας απο την Κουρμάδα, ο Γιάννης Γεωργίου (Παμφίλης) σαράβαλα και οι τρεις, οι δύο πρώτοι απο τα σφουγγαράδικα και ο τρίτος εκ γενετής. Και μαζί με αυτούς ο Σάντικ, ένας πελώριος Λύβιος που τον είχε φέρει από τη Βεγγάζη ο Καπτά Γιάννης ο Δανάμπασης, ο Ζαχαρίας ο Γκις, κι ένα πλήθος παιδαρέλια.
Μόλις χτύπαγαν οι καμπάνες του Μοναστηριού, κι αυτό γινόταν στις δέκα η ώρα, ακουγόντουσαν σχεδόν ταυτόχρονα οι μπάκες των μαγαζιών που άνοιγαν. Ας τα δούμε ...
Εστιατόρια αξιώσεων για να φάει ο Αθηναίος επισκέπτης ήταν του Γεωργίου Ι. Καλογιάννη (αδελφών Κάτσικα), του Δ. Τέτση-Νούκου (Γκαλερί Πλάι Ι. Κρέμου) και του Στ. Πέρκιζα (Κ. Καλογιάννη) και μετέπειτα Παν. Πυρρή. Στη δύση της 10ετίας του 30 άνοιξε το παντοπωλείο του ο κ. Ευστ. Κουκουδάκης με ταμειακή μηχανή και ταμία την Ματίνα Στ. Καλαφάτη.
Οινομαγειρεία άφθονα. Του Σπ. Παπαθανασίου, Μ. Γκιώζου, Γ. Μεϊντάνη, Τζώρτζος, Ν. Λουκάς, Η. Τηλιακός με σεφ τον Γιάννη Λάρδη, Γ. Κοκονέλη και του Γ. Καλαφάτη. Όλα γιόμιζαν κόσμο και θα πρέπει να πούλαγαν τουλάχιστον 100.000 οκάδες (128 τόνοι) κρασί το χρόνο.
Τα κουρεία, 6 τον αριθμό, δεν άνοιγαν την Κυριακή γιατί δούλευαν το Σάββατο μέχρι βαθείας νυχτός. Ηταν του Ε. Μουτζούρη, του Π. Ράμπια, των αδελφών Δ. και Γ. Λάστκαρου, του Π. Καλογιάννη, του Γ. Βενιζέλου και του Ν. Δρίβα. Ακόμη μαζί με αυτούς υπήρξε και ένας περιφερόμενος κουρέας ο Ν. Σβόμπς. Οι κουρείς της Ύδρας, της εποχής εκείνης, θα νόμιζε κανείς πως ανήκαν σε μια αριστοκρατική τάξη. Από αυτούς αποφοίτησαν οι νεώτεροι που έκαμαν και αυτοί δικά τους κουρεία όπως οι Γκίκας Θεοδωρίκας, Μήμμης Γκέλος, Δημήτριος Ιορδανίδης, μακαρίτες όλοι κι ο πολλά τα έτη του Γ. Μακρυγιόγλου.
Το άλλο γεγονός της ημέρας μετά από την λειτουργία ήταν ο ερχομός του βαποριού, που ερχόταν από τον Πειραιά και ταρακουνούσε κυριολεκτικά το λιμάνι. Οι προετοιμασίες άρχιζαν από τις 11 ενώ το πλοίο έφτανε συνήθως στις 12. Πολλές φορές ερχόντουσαν δύο πλοία την Κυριακή από τον Πειραιά και ο οργασμός στο λιμάνι ήταν μεγάλος. Τα πλοία έμεναν έξω από το λιμάνι και για τη μεταφορά των επιβατών χρησιμοποιούντο 5 ή 6 τον αριθμό, τετράκωπες βάρκες με τιμονιέρη, που σημαίνει πως έπαιρναν μέρος 30 τουλάχιστον λεμβούχοι. Ιδιοκτήτες και μεριδιούχοι ήταν οι Γ. Καλαφάντης, Γρ. Κουτσουμπέλης, ο Μπάρμπα Γιάννης, ο Σπανός, ο πάντα ερωτευμένος Νικολός Κολοκυθάς γιγάντιος και ευσταλής και ο Μήτσος Καλαφάντης (επωνομαζόμενος σπαγέτος γιατί ήταν πολύ αδύνατος).
Οι Σαρρήδες Ντίνος, Παναγιώτης, Βασίλης, Γιάννης, οι Τηλιακοί Νικολός, Ηλίας, Χαραλάμπης, ο Γιάννης Σουρέλης, ο Πέτρος Κρητικός, ο Πέτρος Πανάγος, ο Μιχάλης Σαρουκος, ο Γιάννης Ρετιτάγκος, ο Γκίκας Δαρδανός και οι νεώτεροι Γ. Μπραβάκος, Γ. Τζώρτζης, Ν. Βολωνάκης Ιορδανίδης κι ένα πλήθος παιδαρέλια, μαζί και ο γράφων για να πάρουμε το δίφραγκο.
Πολλά ήταν τα πλοία εκείνη την εποχή που έκαναν τη γραμμή του Αργοσαρωνικού ξεκινώντας από τον Πειραιά. Άλλα έφταναν μέχρι το Ναύπλιο κι άλλα μέχρι το Λεωνίδιο. Δύο από αυτά ήταν το περίφημο και ξακουστό "Υδράκι" και η "Γόησσα" που συγκρούστηκε ανοικτά στην Κορακιά με άλλο σκάφος και βούλιαξε παρασύροντας στο βυθό αρκετούς, μεταξύ των οποίων και τον Υδραίο Φωκά, πατέρα αν θυμάμαι καλά, της κυρά Σοφίας Τσούρτου. Άλλα πλοία ήταν το "Μάνα" η "Μοσχάνθη", η "Πτερωτή" και ο "Φωκίων". Η "Ιωάννα" και η "Αυλίς". Συναγωνισμός με τρεχάματα των Κουτσουμπέληδων, Καλαφάτηδων, Πέρκιζα, Γκαστντόπουλος (Αλεξίου Μιχ. ), Τζώρτζης Γ., μακαρίτες όλοι κι οι πολλά τα έτη του Δελαλή Βας και του Τσιγκάρη Γεωργίου. Στους ταξιδιώτες πρόσφεραν πολλές φορές και από μια μακαρονάδα.
Στο δίωρο οργασμό έπαιρναν μέρος οι "φορατζήδες" Βασίλης Δελαλής καλή του ώρα, Γ. Καραγιάννης, Α. Βλάσσης κ.α. ναύτες του λιμεναρχείου, θεληματάρηδες, οι γραφικοί χαμάληδες, θα μιλήσουμε άλλοτε γι’ αυτούς, κι οι γαϊδουρολάτες με πρώτο το μπάρμπα Γεώργη τον τρούμπα που μοίραζε τα ποδοσίμια των ταχυδρόμων.
ΠΗΓΗ: Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ ΜΑΡΤΙΟΣ 1988, Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
--------------------------------
ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΡΟΣ ΙΩ.Δ. ΚΑΝΔΗΛΗ
Την Ύδρα, το σπουδαίο ιστορικό νησί μας, το επισκέφθηκα και το περιόδευσα κατά την Άνοιξη του 1935. Αφορμή για το ταξίδι μου αυτό ήταν η εκεί φοιτητική γεωλογική εκδρομή του Καθηγητού Θ. Σκούφου, της οποίας ήμουν και ο οργανωτής της, υπό την τότε ιδιότητά μου του Επιμελητού στη Φυσικομαθηματική Σχολή. Εμείναμε στο νησί τρεις ημέρες και ήταν λεπτομερής η εξερεύνησή του. Με ενθουσίασε και πολύ απόλαυσα την απλότητα και την ιδιαίτερη χάρη που είχε τότε η εκεί νησιώτικη ζωή. Απίθανης γραφικότητος το μικρό ωραίο λιμάνι της Ύδρας που έβριθε από κάθε τύπου πλεούμενα με πλεονάζοντα τα μικρά και μεγάλα ιστιοφόρα. Ο κυκλικός δρόμος που το περιέτρεχε, ο από τα παλαιά χρόνια με πλάκες καλοστρωμένος, και το προς τη θάλασσα συνεχές κρηπίδωμα. Η στο δρόμο αυτό σειρά των γραφικών κτιρίων που στέγαζαν εμπορικά, καφενεία και τβαέρνες και μεταξύ αυτών η μεγαλοπρεπής μητροπολιτική εκκλησία. Και παραμέσα, αμφιθεατρικά κτισμένα, τα ογκώδη παλαιά αρχοντικά των ναυάρχων του ’21, όπως αυτό το φρουριακό του Λάζαρου Κουντουριώτη. Και άλλα πολλά μικρότερα με την απέριττη εμφάνισή τους και την μεγάλη ιστορία τους . Μικρά τα τότε ξενοδοχεία που στέγασαν εμάς και τους υπερπεντήκοντα φοιτητάς μας, είχαν παραδοσιακό νησιώτικο τύπο και μεγάλη απλότητα, που ιδιαίτερα ευχαριστούσε. Άγνωστη, φυσικά τότε, η σημερινή επιδεικτικότης και η πολυτέλεια και ο θόρυβος από το περιφερόμενο πλήθος των επισκεπτών και των κοσμικών κέντρων, των σήμερα πολύ συχναζομένων. Για μας τότε απολαυστικά ήσαν και υπερεπαρκούσαν τα καφενεδάκια του λιμανιού με τα μικρά τραπεζάκια τους, τα δίπλα στη θάλασσα, και οι ψαροταβέρνες με τα τηγανητά ψαράκια τους και το εκατοσταράκι με τη ρετσίνα. Μας έδειξαν όλα τα ενδιαφέροντα, ιστορικά και τουριστικά, της χαριτωμένης μικρής πολιτείας κι επισκεφθήκαμε ακόμη τη σχολή εμποροπλοιάρχων που ήταν εγκαταστημένη σε ωραίο κτίριο, στο ύψωμα αριστερά της εισόδου του λιμανιού. Μας υποδέχθηκαν οι διευθύνοντες, με πολύ ενθουσιασμό, μας έδειξαν όλες τις εγκαταστάσεις τους και εξέθεσαν στους φοιτητάς μας την ιστορία και τις φιλοδοξίες της σχολής τους, της συγγενικής και, κατά κάποιο τρόπο, παράλληλης προς την πανεπιστημιακή ιδική μας. Λεπτομερής υπήρξε και η στο εσωτερικό του νησιού περιοδεία, που το μεγαλύτερο τμήμα του είναι βραχώδες και γυμνό και το μικρότερο δασωμένο από άγριο πυκνό πευκοδάσος. Άξια λόγου χωριά δεν απαντούσες στο εσωτερικό του νησιού εκτός από σπάνιους μικρούς οικισμούς και καλύβες. Εμείναμε λίγες ώρες σε ένα ωραίο μεγάλο μοναστήρι, του οποίου ο Ηγούμενος και οι καλόγεροί του πολύ μας περιποιήθηκαν , και επίσης επισκεφθήκαμε την βίλλα του Καθηγητή Χαραμή, συναδέλφου και φίλου του επί κεφαλής της εκδρομής μας Γεωλόγου-Καθηγητή Θ. Σκούφου. Πολυτελής η βίλλα και η από τις βεράντες της θέα προς τα γύρω βραχόβουνα και την απέραντη θάλασσα ήταν αφάνταστης καταπληκτικής ομορφιάς.
Η ΠΑΛΙΑ ΥΔΡΑ: ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟΙ ΦΟΥΡΝΟΙ - ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ
Με την πένα του Χρήστου Χριστοδούλου
Θα αναφερθούμε στις παλιές εκείνες δόξες αφήνοντας κάτι ακόμα στον μελλοντικό ερευνητή μια και η δόλια πατρίδα έχει αλλοτριωθεί αφάνταστα.
Ανοίγουμε λοιπόν τους κρουνούς της ακόρεστης μνήμης μας με τα αρτοποιεία. Εμείς προλάβαμε οκτώ αρτοποιεία, από τα οποία το ένα του μακαρίτη Γιάννη Β. Βερβενιώτη (περιοχή Νέου Κόσμου, σημερινό Ξενοδοχείο του κ. Λυκούργου Κεραμίδα), το οποίο έβγαζε την γαλέτα για τα σφουγγαράδικα. Και άλλα αρτοποιεία έβγαζαν γαλέτα, όμως εκείνο του Βερβενιώτη παρήγαγε το 80% περίπου της ποσότητας που χρειαζόντουσαν τα σφουγγαράδικα.
Από ένα αρτοποιείο είχαν οι αδελφοί Χρήστος και Κωστής Γιακαλής. Ο πρώτος το είχε στο σημερινό κατάστημα της κ. Αθηνάς Ρούσση με κάποια προέκταση προς τον σημερινό ξενώνα του κ. Νίκου Χιώτη, ο δε δεύτερος απέναντι από τον Ιερό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Στην παραλία είχε το αρτοποιείο του ο κ. Ευάγγελος Σίακος, το οποίο περιήλθε στη συνέχεια στον κ. Νικόλαο Σαΐτη. Κατελάμβανε δε, τον χώρο που καταλαμβάνουν σήμερα το κατάστημα του κ. Θ. Σαΐτη και το κατάστημα της κ. Νεκταρίας Σουρέλη.
Ο Ζαφείρης Παρασκευόπουλος ήταν ο μόνος ο οποίος είχε αλλάξει φούρνο. Τον προλάβαμε στο σημερινό κατάστημα της κ. Κλειούς Σουρέλη-Βούλγαρη, σ’ ένα σημερινό τουριστικό απέναντι από του Μπαλάσκα και στον σημερινό «Ξενώνα Κίρκη», στη συνέχεια Αρτοποιείο του Μανιάτη Νικ. Γεωργοπαπαδάκου.
Λίγο πιο πάνω στον σημερινό ξενώνα του Νίκου Μπότση είχε το αρτοποιείο ο πατέρας του, Αντώνης Μπότσης. Στο στενό της οδού Αντωνίου Οικονόμου, αμέσως αριστερά των ανερχόμενων, ήταν το Αρτοποιείο του Ευάγγελου Τσιγκάρη και λίγο παραπάνω εκεί που είχε ανοίξει αρτοποιείο ο Ζαφείρης Παρασκευόπουλος, άνοιξαν μηχανοκίνητο αρτοποιείο κάποιοι «πρόσφυγες», που τρόμαξαν με την προοδευτικότητά τους.
Μια οικογένεια τριών γενεών με γεννήτορα τον μπαρμπα-Γιώργη Χαλκίδη και με πατριαρχική πειθαρχία είχε στήσει τον μοντέρνο φούρνο μετακομίζοντας από τον παλιό που ήταν πλάι στην Οικία του αείμνηστου Γιάννη Αν. Καραμήτσου από το μέρος της εισόδου. Τα περισσότερα από αυτά αροποιεία διέθεταν και γαϊδουράκι στο οποίο φόρτωναν δύο μεγάλες κόφες με ψωμιά, τα οποία διένειμαν ή πουλούσαν στη Χώρα, μικροί «υπηρέτες».
Πέραν όμως των αρτοποιείων που αναφέραμε, υπήρχαν και κάποιοι που παρασκεύαζαν ψωμί στο σπίτι και το πουλούσαν στις γειτονιές. Προλάβαμε τον Κλάψα (μάλλον παρεπώνυμο θα ήταν).
Αν υπήρχαν σπίτια και στο Καμίνι που παρασκεύαζαν ψωμί και το πουλούσαν, δεν γνωρίσαμε.
Φωτογραφία εξωφύλλου. Παραγωγή γαλέτας. Μια αναμνηστική φωτογραφία του 1938. Ο φούρνος των αδελφών Γεωργίου Χαλκίδη σε ώρα δράσης. Εικονίζονται από αριστερά Γεώργιος Τηλιακός, Παναγιώτης Κρανιδιώτης, Ιωάννης Στρουμπούλης, Ιωάννης Χαλκίδης, η κοπέλα Παρασκευή Χαλκίδη-Βαμβακά, Λάζαρος και Ανέστης Χαλκίδης. Όρθιος ο «πατριάρχης» Γεώργιος Χαλκίδης και μπροστά του ο άκακος Παναγιώτης Ραβδάς.
Στις αρχές της δεκαετίας του '50, η Ύδρα όπως και όλη η Ελλάδα επιβίωνε με δυσκολία. Η εγκατάλειψη και η φτώχεια ήταν εμφανείς. Ο οικισμός και οι κάτοικοι απέπνεαν μια αίσθηση χαμένης αίγλης και η Ύδρα οδηγείται, αργά αλλά σταθερά στα πρόθυρα του οικονομικού μαρασμού.
Η προσωρινή "κινητήρια" δύναμη της Ύδρας, η σπογγαλιεία, βρέθηκε με τον καιρό σε πλήρη παρακμή εξαιτίας κυρίως του περιορισμού της οικονομικής ενίσχυσης των σπογγαλιευτικών επιχειρήσεων από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας, οπότε νέα καραβάνια Υδραίων, εγκαταλείπουν την Ύδρα, η οποία βρίσκεται σε πλήρη πληθυσμιακή αποδυνάμωση.
Η δεκαετία του 1950 θα τα αλλάξει όλα αυτά.
Σταδιακά στην Ύδρα θα δημιουργηθεί ένας ιδιότυπος, γοητευτικός μικρόκοσμος από κοσμοπολίτες καλλιτέχνες, διανοούμενους συγγραφείς και παραγωγούς ταινιών, που "ανακαλύπτουν" την Ύδρα και την χρησιμοποιούν αφειδώς στις ταινίες τους. Άμεση συνέπεια όλων αυτών είναι η αλματώδης τουριστική και οικονομική κίνηση στο νησί, που εξελίχθηκε από τότε σε κοσμοπολίτικο τουριστικό θέρετρο.
Στη δεκαετία του '50 πραγματοποιήθηκαν εδώ τα γυρίσματα της ταινίας "το Παιδί και το δελφίνι" με τη Σοφία Λόρεν και η Ύδρα άρχισε να γίνεται γνωστή διεθνώς.
Ανάμεσα στις πιο γνωστές κινηματογραφικές ταινίες που γυρίστηκαν στην Ύδρα είναι το περίφημο "Κορίτσι με τα μαύρα" του Μιχάλη Κακογιάννη με την Έλλη Λαμπέτη, που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές στα Ευρωπαϊκά φεστιβάλ που προβλήθηκε και η σπουδαία ταινία του Ζυλ Ντασέν "Φαίδρα" με την υπέροχη Μελίνα Μερκούρη και τους διάσημους Άντονι Πέρκινς και Ραλφ Βαλόνε.
Όμως οι ομορφιές της Ύδρας, αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου και χαρακτηριστικές αναγνωρίζονται αμέσως. Το καμπαναριό του Μοναστηριού της Παναγίας, η προτομή του Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, τα κανόνια αριστερά και δεξιά της προκυμαίας του λιμανιού, ο κυματοθραύστης με πλήθος καΐκια, οι πέτρινες μάντρες, οι εγκαταλειμμένες παλιές πέτρινες αποθήκες του λιμανιού, τα επιβλητικά Αρχοντικά, το παλιό κτήριο του Ιστορικού Αρχείου της Ύδρας, το «Νεράιδα», το πλοίο-σύμβολο της εποχής, τα καφενεία και τα μαγαζιά της προκυμαίας, με τις μακριές ριγωτές τέντες και τις χειροποίητες επιγραφές, προτρέπουν ξένους συγγραφείς όπως ο Αυστραλιανός George Johnston, ο Σουηδός Axel Jensen και ο Καναδός Leonard Cohen και άλλους, να αγοράζουν σπίτια στην Ύδρα και να θέτουν τα θεμέλια μιας ξένης κοινότητας που υπάρχει μέχρι και σήμερα. Γενικά κάποια στιγμή μέσα στο χρόνο, κάθε παγκόσμια διασημότητα πάτησε το πόδι της στην Ύδρα. Για την Ύδρα αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία, αφού εδώ απλοί άνθρωποι και διάσημοι είναι το ίδιο.
Έτσι η Ύδρα έγινε προορισμός κυρίως τη δεκαετία του '60 όταν επώνυμοι από όλον τον κόσμο, όπως ο Λένον, Kλάπτον, Rolling Stones, Ωνάσης και Kάλλας, Pεξ Xάρισον, Πήτερ Oυστίνοφ και πολλοί άλλοι περνούσαν από εδώ, καθώς και πηγή έμπνευσης για πολλούς ανθρώπους του πνεύματος και των τεχνών, όπως ο Xατζηκυριάκος, ο Γκίκας, ο Σεφέρης, ο Eγγονόπουλος, ο Xένρι Mίλερ, ο Tέτσης, ο Bυζάντιος...
Από το 1970 και μετά η Ύδρα οργανώνεται "τουριστικά" αποκτώντας πολύ καλές υποδομές. Πολλά Αρχοντικά ανακαινίστηκαν και μετατράπηκαν σε παραδοσιακά ξενοδοχεία, υψηλού επιπέδου, διατηρώντας την ιστορική τους μορφή, ενώ ταυτόχρονα έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στην λεπτομέρεια.
Το ίδιο συνέβη και με πολλά απλά σπίτια που μετατράπηκαν σε φιλόξενες πανσιόν, στις οποίες ο επισκέπτης αισθάνεται σαν να βρίσκεται στο σπίτι του.
Σιγά σιγά η Ύδρα μετατράπηκε σε κοντινό προορισμό, όχι μόνο για ρομαντικές διακοπές, αλλά και τόπος επαγγελματικών συναντήσεων, συνεδρίων και σεμιναρίων, που συνδυάζουν την εργασία με τη διασκέδαση και τις διακοπές.
Πολύ πριν το τέλος του προηγούμενου αιώνα, ο Ναυτικός Όμιλος της Ύδρας άρχισε να διοργανώνει δύο φορές το χρόνο, το φθινόπωρο και την ανοιξη, ιστιοπλοϊκούς αγώνες παγκοσμίου κύρους, που έχουν σαν αποτέλεσμα το νησί να κατακλύζεται από εκατοντάδες ιστιοπλόους και γιοτ με πολύχρωμα πανιά.
Τα δύο τελευταία χρόνια η Ύδρα φιλοξενεί διακεκριμένους Έλληνες και ξένους αθλητές, καθώς και όσους άλλους θέλουν να συμμετάσχουν σε ένα αθλητικό διήμερο με αγώνες ορεινού τρεξίματος, που προσφέρει στους αθλητές και στους παρευρισκομένους μια μοναδική εμπειρία έντασης και πολύ δράσης
Εδώ και πολλά χρόνια Έλληνες και ξένοι ανακάλυψαν στην Ύδρα, τον ιδανικό ρομαντικό προορισμό για να τελέσουν τους γάμους τους, αφού οι Υδραίοι έχουν φροντίσει να προσφέρουν όλες τις απαραίτητες υπηρεσίες για την προετοιμασία της τέλεσης του μυστηρίου.
Η Ύδρα εξακολούθησε να αποτελεί κέντρο συνάντησης καλλιτεχνών και να "παράγει" τους δικούς της ζωγράφους και συγγραφείς, όπως ο Παναγιώτης Τέτσης, που αποτελεί τον μεγαλύτερο ζωντανό ζωγράφο της νεότερης Ελλάδας, που γεννήθηκε και ζει εδώ.
Εκτός από τα πολύ σημαντικά Μουσεία της Ύδρας, στα οποία ξετυλίγεται και αναβιώνει η ένδοξη ιστορία της, στο πρόσφατο παρελθόν ιδρύθηκε η Σχολή Καλών Τεχνών που ενθαρρύνει νέους καλλιτέχνες, ενώ διαχρονικά Έλληνες και ξένοι συνεχίζουν να παράγουν το έργο τους με "παραδοσιακό στυλ".
Το 1983 ο Δάκης Ιωάννου ίδρυσε το DESTE, πολιτιστικό ίδρυμα σύγχρονης Τέχνης, το οποίο από το 2009 στεγάζει projects διάφορων νέων καλλιτεχνών.
Από τότε μέχρι και σήμερα οι Υδραίοι φρόντισαν, ώστε το νησί τους να διατηρήσει όλα τα στοιχεία του, από το ένδοξο παρελθόν του. Τα Αρχοντικά του νησιού, κτίρια πάνω από 200 ετών, πολλά από τα οποία έχουν γίνει Μουσεία, οι Προμαχώνες με τα κανόνια, που προστάτευαν τον οικισμό της Ύδρας, το Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο της Ύδρας, που προβάλλει σημαντικά μουσειακά κειμήλια, αρχειακό υλικό και βιβλιοθήκη με πολύτιμες εκδόσεις, το Εκκλησιαστικό και Βυζαντινό Μουσείο της Ύδρας στο οποίο εκτίθενται άμφια, κειμήλια, αφιερώματα και εικόνες κυρίως του 18ου αιώνα, παράλληλα με την ρομαντική αύρα που ακτινοβολεί η σημερινή Ύδρα, υποβάλλει τους επισκέπτες να έρχονται ξανά και ξανά στην Ύδρα.